Ο άντρας της ξανά στο νοσοκομείο. Έκανε μετάσταση, της είπαν.
Η μικρότερη από τα 4 μικρά παιδιά της, με αναπνευστικό πρόβλημα. Χρειαζόταν οπωσδήποτε το φάρμακό της για το Σαββατοκύριακο.
Τα υπόλοιπα παιδιά την περίμεναν να επιστρέψει για να φάνε. Τι όμως; Δεν είχε τίποτα στο σπίτι.
Και εκείνη, επέστρεφε στο σπίτι με κατεβασμένο το κεφάλι γιατί άλλη μια "συγγενική" πόρτα είχε κλείσει.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Μια συγγενής. Δεν ξεγελιέται. Εκείνη την είχε αναζητήσει, μήπως μπορέσει να την βοηθήσει.
Της εξηγεί την κατάσταση.
- Ναι, καταλαβαίνω. Δεν πειράζει. Κάτι θα κάνω. Απλά στενοχωριέμαι. Τώρα που έχω εγώ ανάγκη, κανείς δε μπορεί. Μέχρι την Τετάρτη χρειάζομαι έστω 40 ευρώ για το φάρμακο και για να μαγειρέψω κάτι στα παιδιά. Τι νά κάνω; Πάω σπίτι...
Δίπλα της μια κυρία ακούει άθελά της την συνομιλία. Δεν έχει πολλά χρήματα μαζί της όμως - τι βλακείες λέει, βόλτα πάει, ας χαλάσει λιγότερα χρήματα. Σκέφτεται μήπως η άλλη την παρεξηγήσει, ανοησίες αν έχει ανάγκη δε θα παρεξηγηθεί. Είναι και η κοπελιά που κάθησε ανάμεσά τους. Δεν θέλει να την δει κανείς να δίνει βοήθεια. Όχι για κείνη αλλά για την άγνωστη γυναίκα. Τι χαζομάρες σκέφτεται. Η ώρα περνάει και δίπλα της μια γυναίκα χάνει την πίστη της. Το τρένο ήρθε. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Την πλησιάζει.
- Με όλο το θάρρος, επειδή άκουσα άθελά μου το τηλεφώνημά σας, μου επιτρέπετε;
Η γυναίκα δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Της έπιασε τα χέρια, της έδωσε τα χρήματα, την σκούντησε φιλικά στην πλάτη και της είπε "να είναι όλα περαστικά". Και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος και την ανωνυμία.
