Η συζήτηση δεν ξεκίνησε στο γνωστό καφέ αλλά στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου. 3 γυναίκες. Με διαφορετικές ηλικίες.
Η μία χαζεύει ένα περιοδικό ή άλλη ένα φυλλάδιο με στρασάκια για τα δόντια και η τρίτη χαζέυει τα νύχια της (όσοι με ξέρετε, μαντέψτε ποιά είμαι εγώ!!). Μία από τις τρεις (σιγά μην αποκαλύψω ποια) ανοίγει την τηλεόραση. Ένας τροφαντός κυριούλης που μαγειρεύει ήταν ικανός για να σπάσει ο πάγος.
- Έλεος πια, μόλις ανοίξεις την τηλεόραση όσο πάνω σε φαγητά πέφτεις.
Ήταν η ατάκα που πυροδότησε την κατσαρολοκουβέντα.
Η μία, μανούλα ενός πιτσιρικά ισχυρίζεται ότι παλαιότερα δεν ήθελε να μαγειρεύει αλλά από τότε που έκανε οικογένεια αναγκαστικά έπρεπε να μάθει. Οι άλλες δύο δεν έχουμε τέτοια θέματα. Αρχίζουμε να αναλύουμε πότε και για ποιούς λόγους θα μαγειρεύαμε. Ακούστηκαν πολλά. Το συμπέρασμα όμως ήταν ένα (άντε γιατί όλο αυτό είναι ο πρόλογος...): Κανείς δε θέλει να μαγειρεύει για να φάει μόνος του.
Και έρχονται τα ερωτήματα: Για ποιό λόγο να μαγειρέψω; Αν είμαι μόνη μου, δε μου αρέσει να κάθομαι σε ένα άδειο τραπέζι και να τρώω. Και τι θά κάνω δηλαδή;
Θα μαγειρέψω για άλλους. Ναι, όπως όταν ήμασταν φοιτητές (λέμε τώρα) που μαγείρευε ένας κάθε μέρα και μαζευόμασταν στο σπίτι του. Γιατί δηλαδή δεν μπορεί να γίνεται αυτό και τώρα; Αφού δεν αντέχουμε την μοναξιά. Προσωπικά μου αρέσει να έχω κόσμο στο σπίτι. Συνεχώς. Ειδικά όταν είναι άνθρωποι που τους αγαπώ, δε με κουράζει και καθόλου να τους περιποιούμαι. Μαζοχιστικό ε; Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι.
Όμως μου αρέσει. Πλησιάζει μια παραδοσιακή ημέρα ... μάζοξης. Δεν ξέρω αν μπορώ να αλλάξω την ιστορία της.
Μου αρέσει που αλλάζουν τα πρόσωπα. Σημαίνει εξέλιξη.
Μου αρέσει που κάποια πρόσωπα μένουν σταθερά. Σταθερές αξίες.
Δε μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους μόνους τους. Δε μου αρέσει να ξέρω ότι είναι μόνοι τους άνθρωποι που αγαπώ. Με εξοργίζει να βλέπω ανθρώπους μόνους τους, από ξεροκεφαλιά ή από έλλειψη... απλότητας.
Γιατί φοβόμαστε να ανοίξουμε το σπίτι μας; Και κατ' επέκταση την καρδιά μας;
Γιατί φοβόμαστε να χτυπήσουμε το κουδούνι και να πούμε απλά. Ήμουν μόνη και ήρθα.
(Δεν είναι τίποτα... θα συνέλθω)

